Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Οι Ελπινίκες της ζωής μας ...

Η Ελπινίκη στεκόταν πάντα στη ίδια γωνία των δρόμων περιμένοντας με υπομονή, κάθε Σάββατο μετά την Ανάσταση, τους γείτονες να της φέρουν το Άγιο Φως. Κάτι μαγικό είχε εκείνη η γωνία δύο συνοικιακών δρόμων, χωρίς πολλή κίνηση. Στεκόταν εκεί ακουμπισμένη στον τοίχο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Λίγο παραπέρα μια λάμπα πάσχιζε να τη φωτίσει αλλά το αχνό της φως έφτανε μόνο μέχρι τα πόδια της.  Μαζεμένη μέσα στο παλιό και μάλλον δανεικό πανωφόρι, κοιτούσε με λαχτάρα τον δρόμο και περίμενε. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, δεν συμμετείχε στη χαρά της βραδιάς, οι λόγοι δικοί της. Περίμενε πάντα στη σκιά. Μια σκιά παράξενη που ενώ έπεφτε σκληρή πάνω στο δρόμο και στους τοίχους των σπιτιών, θαρρείς πως μαλάκωνε όταν την πλησίαζε. Την άγγιζε απαλά και ζωγράφιζε πάνω της εικόνες από τη ζωή της. Κι εκείνη περίμενε ανυπόμονα, μάλλον, και όταν ακούγονταν τα γέλια και οι φωνές των πεινασμένων που γυρνούσαν στα σπίτια τους λαχταρώντας τη ζεστή μαγειρίτσα, ξεμύτιζε δειλά και με ένα μικρό διστακτικό χαμόγελο έκανε δυο βήματα, πάντα δύο, ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα και πλησίαζε τις παρέες κρατώντας το κερί της χωρίς να μιλάει. Άλλωστε η χειρονομία από μόνη της δεν άφηνε περιθώρια για απορίες. Καμιά φορά τρόμαζε τις πρώτες παρέες, αυτούς που δεν την ήξεραν γιατί ήταν καινούργιοι στη γειτονιά, αυτούς που απορροφημένοι από τη χαρά της αντάμωσης με τους δικούς τους ξεχνούσαν τη γραφική φιγούρα του Μεγάλου Σαββάτου. Γρήγορα όμως όλοι συνέρχονταν από το ξάφνιασμα, καθώς το πρόσωπο και η έκφρασή της έδειχνε ότι κάθε άλλο παρά το κακό τους ήθελε. Έτεινε το κεράκι της και χαμήλωνε το βλέμμα όσο κρατούσε η ιεροτελεστία. Προσπαθούσε να κρύψει τη λαχτάρα που έκανε το πρόσωπό της να λάμπει. Μάλιστα, θα μπορούσαν κάποιοι να ισχυριστούν ότι με το ζόρι κρατούσε ένα δάκρυ απ'το να κυλήσει μπροστά τους. Δάκρυ χαράς ή λύπης; Οι ειδήμονες της γειτονιάς είχαν διαφορετική άποψη.
Κάποιες φορές την πέτυχα κι εγώ ή μάλλον με πέτυχε εκείνη βγαίνοντας από τη γωνιά της την ώρα που γυρνούσα στο σπίτι. Κι είχα την εντύπωση ότι εκείνη τη φορά που της άναψα το κερί ήταν σαν να της έδινα την ίδια τη ζωή.  Είναι παράξενο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Τόση χαρά μαζεμένη, ασφυκτιά να βγει προς τα έξω μετά το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας.  Τόση χαρά δεδομένη, κάνει υπομονή να φανερωθεί μετά τα Πάθη. Είναι παράξενο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Όλοι βιάζονται, όλοι τρέχουν, όλοι γελάνε ή τουλάχιστον έτσι πίστευα όσο ήμουν μικρή. Δεδομένη ήταν και η Ελπινίκη για μας που μέναμε χρόνια στη γειτονιά. Δεδομένο και το Άγιο Φως που περίμενε. Δεδομένο και το χαμήλωμα του κεφαλιού, και το δειλό χαμόγελο, και το αχνό "ευχαριστώ" και που αν δεν της έλεγες "Χριστός Ανέστη" ντρεπόταν θαρρείς να το πει πρώτη. Αν όμως το άκουγε, τότε σήκωνε το κεφάλι και σε κοίταζε στα μάτια και ανταπέδιδε "Αληθώς ο Κύριος". Και το έλεγε με τέτοιο καμάρι, σαν να ήταν μόνο αυτή μάρτυρας της Ανάστασης. Και πάντα πίστευα ότι και για μια άλλη Ανάσταση μιλούσε και ευχόταν.
Ήταν παράξενο αλλά, όλη την υπόλοιπη χρονιά, ήταν σαν να μην κυκλοφορούσε. Σπάνια την βλέπαμε έξω εμείς τα παιδιά. Μια-δυο φορές το χρόνο, τόσο που ξεχνούσαμε την ύπαρξή της μέχρι να την ξανασυναντήσουμε. Το βράδυ της Ανάστασης όμως και αφού είχαμε μεγαλώσει με το απάντημά της, έγινε συνήθειο να περνάμε από τη γωνιά της και να κοιτάμε ποιος θα τη δει πρώτος και ποιος θα της ανάψει το κερί. Ξέραμε ακόμα και πόσα βήματα θα κάνει ώσπου να βγει από τη σκιά και να έρθει κάτω από τη λάμπα για να βλέπει καλύτερα. Έτσι, τη βλέπαμε κι εμείς καλύτερα.
Πρόσωπο σχεδόν τετράγωνο, λίγες ρυτίδες, μάτια γκρίζα που έλαμπαν μόνο με το φως της λαμπάδας μας, μέτρια σε ύψος, λίγο γεμάτη και με άσπρα μαλλιά καλυμμένα από μια μαντήλα ακαθορίστου χρώματος. Κάθε χρόνο τα ρούχα της μας φαίνονταν ίδια, κάθε χρόνο φορούσε το ίδιο τριμμένο πανωφόρι, την ώρα που εμείς κάναμε διαγωνισμό για το πιο γυαλιστερό παπούτσι. Κάθε χρόνο μας έβλεπε να μεγαλώνουμε ενώ αυτή στα μάτια μας έμοιαζε να μην αλλάζει. Ακαθόριστη ήταν και η ηλικία της. Δεν  τολμούσαμε να ρωτήσουμε τους μεγάλους γι αυτήν γιατί με την πρώτη αναφορά του ονόματός της έπεφτε βαριά σιωπή, σαν να ήταν όλοι συνεννοημένοι να μας κρατήσουν σε άγνοια.
Ξέραμε όμως ότι θα ήταν εκεί κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, με τον ίδιο καιρό, με βροχή, με ζέστη, με το ίδιο πανωφόρι. Και κάποια στιγμή τρέχαμε να δούμε ποιος θα προλάβει να της ανάψει το κερί. Όταν μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τους μεγάλους βέβαια, γιατί υπήρχαν και φορές που μετά την Ανάσταση καθόμασταν στην εκκλησία ή άλλοτε πιάναμε την κουβέντα με φίλους και γνωστούς που είχαμε καιρό να δούμε. Τότε, εκείνες τις φορές, τη χάναμε την Ελπινίκη. Κάποιος άλλος προλάβαινε και της άναβε το κερί κι ύστερα αυτή έφευγε βάζοντας το χέρι γύρω από τη φλόγα, σαν να αγκάλιαζε παιδί. Γιατί ήταν το παιδί της εκείνη η φλόγα. Φαινόταν από τη λαχτάρα της όταν έβλεπε το κερί της αναμμένο, καμάρωνε και χαιρόταν και γυρνούσε στο σπίτι της με το κεφάλι ψηλά.
Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν έχει στο σπίτι της μαγειρίτσα, αν έχει κάποιον άνθρωπο να τσουγκρίσει το αυγό, αν έχει κάποιον να φιλέψει, να περιποιηθεί, γιατί τις μέρες της γιορτής δεν τις καταλαβαίνεις αν δεν τρέξεις για ψώνια, αν δεν κάνεις τραπέζι, αν δεν καθαρίσεις το σπίτι καλά, αν δεν στολίσεις και δεν στολιστείς. Έτσι πίστευα τότε. Οι απαντήσεις ίδιες όποιον κι αν ρώτησα. Κάποιες γειτόνισσες τη φροντίζουν, να μην ανησυχώ, κάποιες τη βοηθάνε στις δουλειές, κάποιες της πάνε ένα πιάτο μαγειρίτσα και ένα αυγό τις μέρες της Λαμπρής. Κι έτσι ησύχαζε η καρδούλα μου, που δεν ήθελε και πολλά για να ησυχάσει. Μια γλυκιά φωνή, ένα χάδι στο κεφάλι και ένα καθησυχαστικό νεύμα ήταν αρκετά για να ξεχάσω τις έγνοιες μου.
Σπάνια μιλούσαμε γι' αυτήν τις άλλες μέρες του χρόνου. Ήταν και το σπιτάκι που έμενε σε τέτοιο σημείο που αν δεν κοιτούσες προσεκτικά δεν φαινόταν, πίσω από μια σειρά δέντρων, μέσα σε μια παλιά και παρατημένη αυλή. Ο μόνος λόγος που κοιτούσαμε προς τα κει ήταν γιατί θεωρούσαμε το μέρος καλή κρυψώνα για το κρυφτό. Μερικά δέντρα, ξερόκλαδα πεταμένα, αγριόχορτα πάνω από το μπόι μας. Όταν μας έβγαζε ο δρόμος προς τα κει, ζηλεύαμε τη αφροντισιά της αυλής. Μετά, την ξεχνούσαμε πάλι, καθώς ο τόπος ήταν απαγορευμένος για μας.
Μια φορά μόνο ασχολήθηκαν οι μεγάλοι μαζί της. Όταν αρρώστησε και έκανε μέρες να βγει από το σπίτι, μια γειτόνισσα πήγε και τη βρήκε στο κρεβάτι, νηστική και βρώμικη. Τότε συνήλθε η γειτονιά από την υπεροψία της και ενώθηκε σ' έναν αγώνα ενάντια στη μοναξιά της. Τότε την είδαν σαν μια ύπαρξη που είχε ανάγκη από βοήθεια και όχι σαν κάποια που ζούσε το παρόν σαν τιμωρία για το παρελθόν της. Τότε ξανοίχτηκαν και μίλησαν για τη ζωή της. Σκόρπιες κουβέντες βέβαια και ο καθένας έβαζε στην ιστορία της και ένα κομμάτι του εαυτού του. Πολλές φορές μπερδεύτηκα από τις τόσες εκδοχές. Κι όσο πιο διαφορετικές ήταν οι ιστορίες, τόσο πιο πολλά ήθελα να μαθαίνω. Όλοι πάντως συμφωνούσαν σε ένα σημείο. Ότι δεν είχε παντρευτεί ποτέ και ότι είχε ένα παιδί που κανείς δεν ήξερε τι απέγινε. 
... "Η γνωστή παλιά ιστορία, που αρχίζει με έναν νεανικό έρωτα και καταλήγει σε μια τέλεια απομόνωση ή με ένα τσουβάλι όνειρα και καταλήγει σε ένα άδειο σπίτι. Συνέβαινε και συμβαίνει με πολλές παραλλαγές. Οι Ελπινίκες του κόσμου αυτού είναι δίπλα μας, με άλλο όνομα, με άλλη ιστορία. Είναι όμως άξιες της τύχης τους; Είναι στ' αλήθεια στο χέρι μας να ορίσουμε όσα μας συμβαίνουν; Ιστορίες σαν αυτή λένε πως όχι. Άλλες πάλι αποδεικνύουν το αντίθετο. Τι είναι γραμμένο και κατά πόσο μπορούμε να επέμβουμε στην πορεία της ζωής μας εξαρτάται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από αυτό που ο καθένας μας έχει μέσα του σαν κινητήρια δύναμη. Ίσως πρέπει το θέλω να σημαίνει και μπορώ. Αν μπορούσαμε να δούμε τον εαυτό μας μετά από χρόνια θα ήμασταν σε θέση να κρίνουμε τις αποφάσεις μας με άλλο μάτι, πιο αντικειμενικό και ίσως πιο ψυχρό. Όμως τι θα χάναμε τότε; Τη γοητεία του άγνωστου, το δικαίωμα στο όνειρο που μας περιμένει σε κάθε στροφή της πορείας μας, σε κάθε γωνιά τη Ελπινίκης; έχει κι αυτό τη γοητεία του. Ό,τι και νά' ναι πάντως είναι δικό μας κι αν δεν μπορούμε να ορίσουμε το μέλλον μας, τουλάχιστον μπορούμε να ορίσουμε τις επιλογές μας.

Δεν ξέρω τι απέγινε η Ελπινίκη, ο καθένας μπορεί να δώσει στην ιστορία το τέλος που θέλει. Ούτε ξέρω γιατί θυμήθηκα μια ιστορία που αφορά το Πάσχα, ενώ πλησιάζουν Χριστούγεννα!" ...