Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Μελάνι ...




Αργά κυλάει το μελάνι
πάνω στο άσπρο θεριό
γεμίζοντας, το υποτάσσει
και του δίνει πνοή

Μια υποψία έμπνευσης
σαν υπερφίαλη μούσα
κινεί το χέρι μελωδικά
για να χαράξει ζωή

Ροή, παύση, ροή
κουκκίδες, στίγματα
πεισματικά χαραγμένα
περιμένουν εκεί

Μύρια νοήματα
κρυφογελούν σιγανά
πριν να τρυπώσουν 
σε μυαλό και ψυχή

Lia Pa






Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Ακόμα ...


Ώρες ακίνητες
διαπερνούν
τα τείχη του χρόνου

Βλέμματα επώδυνα
μιλούν
για την άκρη του κόσμου

Συνήθειες παλιές 
κυριαρχούν
σε μυαλό και σώμα

Κινήσεις βουβές
ομολογούν
πως ονειρεύομαι ακόμα

                                                                

Lia Pa






Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

μέδουσες ...





Σαγηνεύτηκες από τις μέδουσες
με το διάφανο κορμί 
τα αέρινα πλοκάμια 
και τις χορευτικές κινήσεις

Τόσο πολύ τυφλώθηκες
που δεν σκέφτηκες 
πριν πλησιάσεις
πως κρύβει πόνο το δηλητήριο

Τι κι αν σε είχαν προειδοποιήσει
τι ξέρουν αυτοί από ομορφιά;
τι κι αν σου είχαν βάλει φράγματα
τι ξέρουν αυτοί από ευτυχία;

Όταν ο νους θεοποιεί
κλείνεις τ' αυτιά και προχωράς
στα "σίγουρα"

κι άλλοτε αξίζει ... κι άλλοτε όχι

κι αν όχι ... μάζευε στιγμές να έχεις να θυμάσαι
και κέρδιζε τη γνώση ...

Lia Pa

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

δειλά ...



Δειλά τα δάχτυλα χαράζουν γραμμές πάνω στο μπράτσο

μια, δυο, τρεις ... κάτι θέλουν να πουν

όσα δεν λένε τα χείλη κι όσα τα μάτια προσπαθούν να κρύψουν

δειλά τα δάχτυλα χαράζουν γραμμές  σαν χνάρια στην άμμο

υπάρχουν για λίγες στιγμές κι ύστερα χάνονται

η ίδια η ζωή τα ρουφάει σαν θάλασσα

ο ίδιος ο χρόνος τα σβήνει από το τώρα

ο χρόνος ο δήμιος ... ξέρεις ... 

αυτός που κάποτε ξάπλωνε νωχελικά στα πόδια σου

και σού έταζε πως θα είναι για πάντα εκεί

κι εσύ τον κλωτσούσες γελώντας 

μέχρι που έφυγε

κι εσύ το μόνο που μπορείς ... είναι να θυμάσαι

τις στιγμές που δεν μπόρεσες να τον κρατήσεις

αιχμάλωτο ... 

κι όλο χαράζεις γραμμές

όπου βρεις

αποζητώντας εκείνο το μπράτσο ...




Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

«Το Αερικό ήταν»



Αερικό, την φώναζαν όλοι στο χωριό, από την πρώτη στιγμή που ήρθε στον κόσμο. Ένα μωρό ξανθό σαν στάχυ, με δέρμα διάφανο και μάτια αγγέλου. Χαμογελούσε συνεχώς σαν να έβλεπε το πιο όμορφο όνειρο, χαμογελούσε είτε έπαιζε με τα χεράκια της, είτε κοιμόταν. Χαμογελούσε και μεγάλωνε σαν Αερικό.
Το σπίτι που γεννήθηκε ήταν ένα μικρό παλιό δίπατο, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά ενός λόφου, πέρα στην άκρη του χωριού, εκεί που άρχιζε το δάσος. Μπορεί να ήταν φτωχικό, αλλά είχε την καλύτερη θέα. Το μπαλκονάκι του πάνω ορόφου άφηνε το μάτι να πλανηθεί σε σπίτια, δρομάκια, πλατείες και ανθρώπους, έτσι που τίποτα δεν μπορούσε, θαρρείς, να συμβεί χωρίς να ιδωθεί. Εκεί στο δωμάτιο του πάνω ορόφου, που είχε το μπαλκονάκι για επίνειο, άνοιξε το Αερικό για πρώτη φορά τα γαλάζια της μάτια και σκόρπισε το πρώτο της χαμόγελο. Εκείνο το δωμάτιο επισκέφτηκαν το πρώτο βράδυ οι μοίρες για να ορίσουν τη ζωή της. Εκείνο το μπαλκονάκι ήταν ο μάρτυρας των αποδράσεών της, ήταν αυτό που την κατευόδωνε και την καλωσόριζε μετά τις ατέλειωτες αναζητήσεις.
Το Αερικό τριγυρνούσε όλη μέρα έξω, ιδιαίτερα στο μικρό δασάκι, μιλώντας σε όλα τα πλάσματα της φύσης, μάζευε λουλούδια και μετά έτρεχε στους δρόμους. Ήξερε κάθε στενό, κάθε σπίτι, κάθε οικογένεια, κάθε βρύση και κάθε δέντρο. Στο πέρασμά της γύριζαν όλοι το κεφάλι και τη χαιρετούσαν. Άλλοι την φώναζαν από μακριά. «Έλα να σε κεράσουμε, πίτα με βατόμουρα που σ’ αρέσει». Κι εκείνη, πάντα καταδεκτική, σαν μεγαλόκαρδη κυρά, τους έκανε τη χάρη και έφερνε την ομορφιά στο σπιτικό τους. Τους άφηνε λίγα λουλούδια γιατί «το δώρο θέλει αντίδωρο» κι έφευγε αφήνοντας την αύρα της να ευλογήσει τους τυχερούς.
Δεν πήγε σχολείο. Περνούσε μόνο από κει την ώρα που τα άλλα παιδιά έκαναν μάθημα και της άρεσε να τα πειράζει. Στεκόταν έξω από το κλειστό παράθυρο, τον χειμώνα, έδινε μια και το άνοιγε διάπλατα. Τα παιδιά κι ο δάσκαλος δεν θύμωναν μαζί της. «Το Αερικό ήταν», φώναζαν όλα μαζί και γελούσαν. Γελούσε κι αυτή μαζί τους κι έφευγε. Την άνοιξη που τα παράθυρα άνοιγαν δειλά δειλά έβρισκε άλλες σκανδαλιές. Έμπαινε κρυφά στην τάξη, την ώρα που τα παιδιά ήταν έξω στη αυλή και τους μπέρδευε τα βιβλία και τα τετράδια. Ή πάλι, έκρυβε τα γυαλιά του δασκάλου στα πιο απίθανα μέρη για να χάσουν το μάθημα. «Πάλι το Αερικό ήταν» έλεγε εκείνος, σκασμένος στα γέλια.
Τα αστεία της δεν σταματούσαν στο σχολείο. Έμπαινε και στα σπίτια είτε για να τσιμπολογήσει το ζεστό ψωμί, είτε για να κρύψει την κορδέλα για τα μαλλιά της κοπέλας που ετοιμαζόταν να πάει στο πανηγύρι, εκεί όπου έπεφταν οι πρώτες κλεφτές ματιές και σφράγιζαν τα μελλοντικά σπιτικά. «Το Αερικό ήταν» σκέφτονταν όλοι και της έγνευαν από μακριά για να της δείξουν ότι δεν θύμωσαν. Κανείς δεν ήξερε περισσότερα από κείνη για τα κρυφά ειδύλλια και τους αβάσταχτους καημούς. Κάθε κοπέλα σε κείνη έλεγε τον μυστικό της και την ήθελε δίπλα της όταν ντυνόταν νυφούλα και στεκόταν στο παράθυρο για να χαιρετήσει την κοριτσίστικη ζωή της. Και κάθε κοπέλα από εκείνη περίμενε ένα χάδι στα μαλλιά, σαν πνοή ανέμου, να την παρηγορήσει για ένα όνειρο που χάθηκε. Εκείνη, ξέροντας, ψιθύριζε λέξεις χαϊδεύοντας τ’ αυτιά των παλικαριών και φύτευε τον σπόρο της αγάπης στις καρδιές τους.
Όταν κουραζόταν από τις βόλτες και τα παιχνίδια γυρνούσε στο σπίτι της, έστελνε από ένα φιλί στους γονείς της και ανέβαινε στο δωμάτιό της. Στο κοριτσίστικο δωμάτιο με τις πλεκτές κουρτίνες, που ανέμιζαν όπως τα ξανθά της μαλλιά, στο κρεβάτι με το πουπουλένιο στρώμα και στη μικρή αχυρένια κούκλα που το στόλιζε, χρόνια τώρα. Άνοιγε τη ντουλάπα και τα συρτάρια και καμάρωνε τα φρεσκοπλυμένα ρούχα και τις κεντημένες πετσέτες. Στεκόταν στο μπαλκόνι και γευόταν το μυρωδάτο γιασεμί που με τα χρόνια είχε σκαρφαλώσει ως τη στέγη. Που και που, ένα ελαφρύ τρίξιμο από τις σανίδες του πατώματος έκανε τους γονείς της να γυρίσουν ασυναίσθητα το κεφάλι προς τα πάνω και μετά να χαμογελάσουν ο ένας στον άλλον. Έτσι περνούσαν, πια, τα χρόνια τους. Περιμένοντας αυτό το τρίξιμο από τις αόρατες πατημασιές της κόρης τους, που έσβησε παίρνοντας μόνο λιγοστές ανάσες σ’ αυτό τον κόσμο. «Το Αερικό ήταν», έλεγαν με τα μάτια και γλύκαινε κάπως ο καημός τους.

Λία Παπαπέτρου
Αύγουστος 2015

Δημοσιεύτηκε στο http://www.anatypo.gr

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Μην προσπερνάς ...







Μην προσπερνάς τις στιγμές σου ... ακούς; ... 
γιατί φεύγουν μακριά και γίνονται θυσία
σ'έναν θεό αμείλικτο. είρωνα, σαρκαστικό ... 
θα σου τις στείλει πίσω σε τόπο και χρόνο
που αυτός θα διαλέξει ... κρυμμένες πίσω από άδεια 
μάτια και άψυχες αγκαλιές ... κι εσύ θα νομίζεις
πως έχεις επιλογή, ευκαιρία και γνώση 
μα τίποτα δεν θα' ναι όπως πριν ...

μην προσπερνάς τις στιγμές σου ... ακούς; ... 
γίνε φύλακας και υμνητής τους ... 
δώστους αξία και δύναμη για να' ναι για πάντα δικές σου ...
τρόπαια ζωής ...





Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

ονειροθάλασσα ...







Ήταν μια θάλασσα σαν όνειρο
γαλάζια
έκρυβε μυστικά
έφερνε φως
γλυκά ψυθίριζε
πως μέσα της γεννήθηκαν
χιλιάδες έρωτες
κι αγκάλιαζε την αμμουδιά
και προσκαλούσε
να την γευτούν
αθώα χείλη ...



Ήταν ένα όνειρο σαν θάλασσα
γαλάζιο
έκρυβε ελπίδα
έφερνε φως
γλυκά μουρμούριζε
πως λίγο θέλει
για να γίνει αληθινό
και σφάλιζε τα βλέφαρα
κι έριχνε δίχτυα
για να μαγέψει
αθώες καρδιές ...



Λία Πα



















Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Σουρεάλ Πρωτομαγιά ...



1η Μαΐου ... σουρεάλ καταστάσεις

δεν φτιάξαμε στεφάνι ... δεν κάναμε μπάρμπεq

μυρίσαμε την άνοιξη μέσα από την οθόνη του λαπιτόπ

στο μπαλκόνι υποψίες ανθέων

κι ο καφές με μπουφάν κάτω από τον ήλιο

στην τσέπη ξοζάλ γιατί ... εαρινές αλλεργίες ελλοχεύουν

Σουρεάλ Πρωτομαγιά σε μια νορμάλ ζωή ...


ή μήπως το αντίθετο;


Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Καλή Σαρακοστή ...





Σαρακοστή ...  ξεχασμένη κυρα Σαρακοστή με τα επτά πόδια και χωρίς στόμα
να θυμίζει ότι κάποια λόγια είναι περιττά και ότι
"Τιμή γάρ νηστείας ουχί σιτίων αποχή, αλλά αμαρτημάτων αναχώρησις" ...
Καθαρά Δευτέρα ... χαρταετός που πέταξε μόνο flash back ... και πάντα ένα
επιπλέον πιάτο στο τραπέζι ... για όσους λείπουν
και μας λείπουν ...






Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Κάθε τέτοια μέρα ...


Πάει ο παλιός ο χρόνος ... κάθε τέτοια μέρα ... ο γεράκος με άσπρα μαλλιά που θυμίζει τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων ... με μια γενειάδα ως το χώμα ... σέρνει αργά τα βήματά του ... σκυφτός σαν να έχει καμπούρα ... σαν να κουβαλάει στην πλάτη του όσα εμείς εναποθέσαμε στον ερχομό του ... ένα χρόνο πριν την ίδια μέρα ... και τον βαραίνουν όσα όνειρα αφήσαμε να ξεχαστούν ... όσα "θέλω" δεν έγιναν "ζω" ... όσες επιθυμίες αφήσαμε να πέσουν στο κενό ... όσες στιγμές χάθηκαν πριν γίνουν αναμνήσεις ... κάθε χρόνο φεύγει σκυφτός ρυτιδιασμένος ... κι όμως κάθε τέτοια μέρα βρίσκει και τη δύναμη και υποδέχεται τον νέο χρόνο με χαμόγελο ...τα βήματά του οδηγούνται από εκείνες τις στιγμές που καταφέραμε κάτι ... που νιώσαμε άνθρωποι ... που αγαπήσαμε ... που αφήσαμε εγωισμούς και απλώσαμε το χέρι ... που συγχωρέσαμε ... που κερδίσαμε στιγμές και τις κλείσαμε στο μυαλό και στην καρδιά ... αν έλειπαν κι αυτά ... θα πέτρωναν τα χρόνια πάνω μας ... κάθε τέτοια μέρα είναι σαν να έχουμε μια ευκαιρία ακόμα ... κάθε τέτοια μέρα μπορούμε να ελπίζουμε ...


ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ











Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Πανσέληνοι ...


Απανταχού Πανσέληνοι, της νύχτας δρώμενα

καρικατούρες στα χέρια κάλπικων καλλιτεχνών

λάβαρα σας κρατάνε κενοί ποιητές

τρόπαια οι εκμεταλλευτές ερωτευμένοι

στόχοι γίνεστε φιλόδοξων επιστημόνων

και ατάλαντων μελετητών

κι όμως εκεί πεισματικά

στέκεστε, αντέχετε και μεσουρανείτε

να μας θυμίζετε πως 

όσα βλέμματα κι αν στρέψουμε στον ουρανό

όσα δίχτυα κι αν ρίξουμε στ' αστέρια

ό,τι μετράει τελικά

είναι η ζωή που περνάει γύρω και μέσα μας

κι αλίμονο αν δεν αφήνει σημάδια ...












Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Μνήμες ...



Μνήμες ... 
χωρίς αυτές 
κουφάρια είμαστε 
που αγωνίζονται 
απλά να επιζήσουν
χωρίς αυτές
τι άλλο παρά μηχανές
καλά λαδωμένες αλλά νεκρές
Μνήμες ...
που δεν γίνονται όπλα
αλλά βάθρα ψηλά
να μας κρατήσουν
χωρίς αυτές
το μέλλον γκρεμός
Μνήμες ...
φωτιές αναμμένες
να μας ζεστάνουν θέλουν
αρκεί να τις κρατήσουμε 

αγνές ...


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Ζωή και θάνατος ...




Ζωή και θάνατος ...

κύκλος ατέρμονος ...

μαζί και μόνοι ...


μαζί κι όμως μόνοι ...

τροχιοδρομούμε ...


φυγόκεντρος ... τα όνειρα











Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Πέρα απ' την άκρη του ονείρου ...



Πέρα απ' την άκρη 
του ονείρου
εκεί που παγιδεύονται
οι επιθυμίες
που όσες είναι τυχερές
βρίσκουν ρωγμές
και πεταρίζουν πιο μακριά

Εκεί όποιος σκαλώσει
στροβιλίζεται
και αν δεν ξεχαστεί
στην ομορφιά της νίκης
θα ψάξει να βρει
έξοδο κρυφή

Αρκεί να είναι πρόθυμος
ν' αλλάξει
γνώμες και ιδέες
και θα βρεθεί για πάντα
κερδισμένος

Θα έχει δει πιο μακριά







Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Διαδρομή ...


Μέσα από άυλα φώτα μυστικά
που άλλοι δεν βλέπουν
μέσα από ήχους κυκλικούς
που μόνο εσύ ακούς
πορεύεσαι ακροπατώντας
πάνω σε πετρωμένους δρόμους

Κάθε βήμα σου  δειλό
ανοίγει λίγα μέτρα πορείας ακόμα
κάθε κίνηση και κάθε ανάσα
σου θυμίζει πως ζεις

Σταματάς για λίγο, πολύ λίγο
ίσα για να αναλογιστείς
αν για σένα μετράει τελικά
να ξέρεις που πας
ή σου αρκεί να μαζεύεις
στιγμές διαδρομής.



Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Κι όσο γεμίζεις ...



Μια ιστορία έρωτα, ενός λεπτού σιγή, Marina Abramovic & Ulay

Μια ιστορία έρωτα, ενός λεπτού σιγή, Marina Abramovic & Ulay

Οι μεγάλοι έρωτες δεν τελειώνουν ποτέ. Ούτε αρχίζουν. Μόνο διαρκούν σε έναν αιώνιο χρόνο κι είμαστε πάντα εκεί γι’ αυτούς.


Κι όταν οι εραστές ξανασυναντηθούν είναι σαν χτύπημα. Χαμογελούν αμήχανα, κοιτούν βαθιά στα μάτια, κουνάνε το κεφάλι κάνοντας νεύμα με το βλέμμα να ξεχειλίζει δάκρυα και τρυφερότητα. Μένουν σιωπηλοί για ένα λεπτό, συγκινημένοι, κι έπειτα αγγίζονται, κρατούν σφιχτά τα χέρια ο ένας του άλλου και λένε αντίο. Και παίρνει λίγη ώρα μέχρι να μπορέσουν ξανά στα μάτια να κοιτάξουν κάποιον άλλο...

Marina Abramovic & Ulay

Ένας μεγάλος έρωτας τη δεκαετία του ’70-80. Δύο ανατρεπτικοί καλλιτέχνες. Μαζί έκαναν πολλές παράξενες performances στην προσπάθειά τους να χαρτογραφήσουν τα όρια της αγάπης και της συμβίωσης μέσω της ζωντανής αναπαράστασης, προσπαθώντας παράλληλα να τοποθετήσουν την performance ως τέχνη ισάξια με τις υπόλοιπες.

Ακόμα και το χωρισμό τους έτσι τον έζησαν. Περπάτησαν οι δυο τους για πολλές μέρες κατά μήκος του Σινικού Τείχους από αντίθετες πλευρές και συναντήθηκαν στη μέση. Αγκαλιάστηκαν και δεν ξαναείδαν ποτέ ο ένας τον άλλο...

Μέχρι την αναδρομική της έκθεση στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Νέα Υόρκη 30 χρόνια μετά (τον Μάιο του 2010). Στο «The Artist is Present»*, τη μεγαλύτερη και πιο απαιτητική της performance, η ιέρεια της σύχρονης τέχνης παρέμεινε για τρεις μήνες απαθής σε μια καρέκλα. Για 7.30 ώρες τη μέρα καθόταν ακίνητη, χωρίς να έχει το δικαίωμα να πιει, να φάει ή να κάνει οτιδήποτε, και οι επισκέπτες μπορούσαν να καθίσουν απέναντί της σιωπηλοί για ένα λεπτό. 750 χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν στο βλέμμα της. Ανάμεσά τους, χωρίς εκείνη να το γνωρίζει, ήταν και ο Ulay... (στο 1'.30")





Αναδημοσίευση από http://www.thessalonikiartsandculture.gr



Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

«Η παρακολούθηση»


Μέχρι τώρα όλα πήγαν καλά. Είχα μάθει πολλά για τον Στέφανο Ερμόγλου μέσα σε δύο βδομάδες παρακολούθησης. Η πελάτισσα που με προσέλαβε ήταν πολύ ευχαριστημένη από την πρόοδο της έρευνας. Είχα καταγράψει όλες τις κινήσεις του, τους ανθρώπους που συνάντησε, τα τηλεφωνήματα που έκανε, ακόμα και το τι έτρωγε ή ποιες εκπομπές  έβλεπε στη τηλεόραση. Για μένα αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ κοινός, προβλέψιμος, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, με σταθερό ωράριο, λίγες εξόδους με φίλους και μια ζωή που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ανιαρή. Κι όμως η πελάτισσα ήταν σαφής. Έπρεπε να περιμένω μια κίνηση έξω από το πρόγραμμά του. Δεν ήξερε τι. Ίσως μια συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα. Η επίσκεψή μου στο σπίτι του-την ώρα που έλειπε φυσικά- δεν απέφερε κανένα ιδιαίτερο εύρημα. Μπήκα εύκολα και στα αρχεία του υπολογιστή του που δεν είχε καν κωδικό και δεν βρήκα κάτι που να δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός είχε κάποιο ενδιαφέρον έξω από τα συνηθισμένα.

Σήμερα είχα στηθεί από νωρίς, όπως συνήθως, έξω από το σπίτι του, κρυμμένη πίσω από τα τούβλα ενός μισοτελειωμένου σπιτιού που βρισκόταν απέναντι από το δικό του. Πλησίαζαν μεσάνυχτα και ήξερα ότι σε 5-10 λεπτά το πολύ τα φώτα θα έσβηναν και ο Στέφανος θα πήγαινε για ύπνο. Είχα αρχίσει ήδη να χασμουριέμαι όταν με την άκρη του ματιού είδα κάτι που με παραξένεψε. Η κουρτίνα του υπνοδωματίου που βρισκόταν στον επάνω όροφο της μονοκατοικίας κινήθηκε ανεπαίσθητα. Περισσότερο το ένιωσα παρά το είδα. Η πείρα μου μου έλεγε ότι κάτι δεν πάει καλά. Το ένστικτό μου, μετά από 20 χρόνια στο επάγγελμα μου έλεγε ότι με είχε πάρει χαμπάρι. Έμεινα ακίνητη και αποφάσισα να μείνω όλη τη νύχτα εκεί. Κάτι μου έλεγε ότι δεν θα είναι άλλη μια συνηθισμένη νύχτα. Ίσως αυτή τη νύχτα θα γινόταν αυτό που μου ανέθεσε η πελάτισσά μου να βρω. Έκατσα πάνω σε μια στοίβα από τούβλα και περίμενα. Πέρασαν πάνω από δύο ώρες και είχα αρχίσει να νυστάζω. Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω, τέντωσα τα χέρια πίσω μου και ευχήθηκα να είχα πάρει μαζί μου καφέ. Έφερα στο μυαλό μου τη γεύση και ένιωσα την μυρωδιά του τόσο έντονα που νόμιζα πως αν γύριζα το κεφάλι θα έβρισκα μια κούπα ζεστό λαχταριστό καφέ. Χαμογελώντας με την ανοησία μου, γύρισα το κεφάλι και είδα ... τον Στέφανο... να μου προσφέρει μια κούπα λέγοντας: «Πιες ... ίσως είναι ο τελευταίος σου».

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Ήταν πολύ πρωί, της Αγίας Βαρβάρας ...

Ήταν πολύ πρωί, της Αγίας Βαρβάρας, όταν σηκώθηκαν τα παιδιά πιο νωρίς από το συνηθισμένο, ντύθηκαν και βγήκαν στην αυλή να μαζέψουν τα κλαδάκια που είχε ρίξει ο αέρας το προηγούμενο βράδυ. Μικρή ήταν η αυλή, τρία δέντρα όλα κι όλα, μια παράγκα για τουαλέτα που εξυπηρετούσε μια ντουζίνα άτομα, ένα παλιό τραπέζι για τις στιγμές της χαράς και τον καφέ τα απογεύματα που ο καιρός ήταν καλός, μερικές καρέκλες και λίγα ξύλα σκεπασμένα με μουσαμά για τον χειμώνα. Δεν είχε χαράξει ακόμα και στο χώμα της αυλής δεν φαινόταν τίποτα, αλλά τα μάτια των παιδιών, που βλέπουν πιο καθαρά και στο σκοτάδι και στις καρδιές, διέκριναν αυτό που έψαχναν και σε λίγα λεπτά ήταν μαζεμένα γύρω από την ξυλόσομπα που είχε ανάψει η μάνα αξημέρωτα. Μάνα ακούραστη και πάντα ένα βήμα πιο μπροστά για να προλάβει τις επιθυμίες όλης της οικογένειας. Ήταν έθιμο να ρίχνουν τα παιδιά τα κλαδάκια τους στη φωτιά κάθε πρωί τη μέρα αυτή, να τιτιβίζουν σαν πουλάκια και να λένε ευχές. Υγεία, ευτυχία, χαρά, δουλειά, αγάπη ήταν τα πρώτα που ακούγονταν. Μετά έπαιρναν τη σειρά τους τα πιο προσωπικά και μέσα σε τιτιβίσματα άκουγες και καινούργιο φουστάνι, αυτοκινητάκι, σάκα για το σχολείο και ήταν κι άλλα που δεν λέγονταν δυνατά για να μην τις αρπάξουν. Έβγαιναν οι ευχές από τα στόματα και καίγονταν μαζί με τα κλαδιά και περνούσαν μαζί με τον καπνό μέσα από τα μπουριά για να βγουν έξω και να ανυψωθούν μαζί με τις καρδιές σε μια δέηση προς τον ουρανό.  Κάθε χρόνο, ίδια μέρα, το ίδιο έθιμο. Τα πρόσωπα άλλαζαν λίγο από χρόνο σε χρόνο αλλά και οι ευχές που όσο μεγάλωναν τα παιδιά σοβάρευαν κι αυτές. 

Η Ελπινίκη ευχόταν υγεία πρώτα πρώτα γιατί είχε τραβήξει πολλά μέχρι να φτάσει στα δέκα της και ήξερε πόσο πολύτιμη ήταν. Υγεία και μετά ευχόταν ευτυχία, γιατί της άρεσε η λέξη. Ήταν και το όνομα της φιλενάδας της στο σχολείο.  Μια μέρα σαν κι αυτή, λοιπόν,  η Ελπινίκη ένιωσε ότι η ευχή που είχε κάνει δεν θα γινόταν εύκολα  πραγματικότητα. Της γλίστρησε το ξύλο από το χέρι και έπεσε κάτω αντί να μπει στη σόμπα και να καεί για να πιάσει η ευχή. Δαγκώθηκε και το ξαναέριξε μέσα, αλλά πέρασε τη μέρα με αυτό το άσχημο προαίσθημα. Είχε συμβεί και στους άλλους αλλά δεν είχε δώσει σημασία τότε. Αυτή τη φορά όμως φοβήθηκε. Και λένε ότι καμιά φορά αυτό που φοβόμαστε αυτό παθαίνουμε. Σαν παιδί όμως το ξέχασε γρήγορα και το ξαναθυμήθηκε πολλά χρόνια μετά καθώς αναρωτιόταν αν ο δρόμος ο γραμμένος της ήταν ορατός από πριν κι αν τελικά επιλέγουμε να μην βλέπουμε αυτά που θα μας συμβούν ..................

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Έφυγαν, σκόρπισαν ...



Έφυγαν, σκόρπισαν ...  άνθρωποι, ώρες, διαδρομές
έφυγαν, κρύφτηκαν, χάθηκαν για πάντα στο χθες

Όσα αγαπήσαμε έγιναν σκόνη σ' αστέρια

να θυμίζει πως ό,τι κρατάμε

ψευδαίσθηση είναι ενός κόσμου που αλλάζει  


Απλώνω το χέρι κι αγγίζω αλήθειες
δικές μου, δικές σου

ανοίγω τα μάτια αντικρύζω φωτιά
από όνειρα στάχτη καμμένα χαρτιά

Γελάω πικρά και βάζω τη μάσκα

μου λείπεις ...