Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

«Η παρακολούθηση»


Μέχρι τώρα όλα πήγαν καλά. Είχα μάθει πολλά για τον Στέφανο Ερμόγλου μέσα σε δύο βδομάδες παρακολούθησης. Η πελάτισσα που με προσέλαβε ήταν πολύ ευχαριστημένη από την πρόοδο της έρευνας. Είχα καταγράψει όλες τις κινήσεις του, τους ανθρώπους που συνάντησε, τα τηλεφωνήματα που έκανε, ακόμα και το τι έτρωγε ή ποιες εκπομπές  έβλεπε στη τηλεόραση. Για μένα αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ κοινός, προβλέψιμος, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, με σταθερό ωράριο, λίγες εξόδους με φίλους και μια ζωή που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ανιαρή. Κι όμως η πελάτισσα ήταν σαφής. Έπρεπε να περιμένω μια κίνηση έξω από το πρόγραμμά του. Δεν ήξερε τι. Ίσως μια συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα. Η επίσκεψή μου στο σπίτι του-την ώρα που έλειπε φυσικά- δεν απέφερε κανένα ιδιαίτερο εύρημα. Μπήκα εύκολα και στα αρχεία του υπολογιστή του που δεν είχε καν κωδικό και δεν βρήκα κάτι που να δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός είχε κάποιο ενδιαφέρον έξω από τα συνηθισμένα.

Σήμερα είχα στηθεί από νωρίς, όπως συνήθως, έξω από το σπίτι του, κρυμμένη πίσω από τα τούβλα ενός μισοτελειωμένου σπιτιού που βρισκόταν απέναντι από το δικό του. Πλησίαζαν μεσάνυχτα και ήξερα ότι σε 5-10 λεπτά το πολύ τα φώτα θα έσβηναν και ο Στέφανος θα πήγαινε για ύπνο. Είχα αρχίσει ήδη να χασμουριέμαι όταν με την άκρη του ματιού είδα κάτι που με παραξένεψε. Η κουρτίνα του υπνοδωματίου που βρισκόταν στον επάνω όροφο της μονοκατοικίας κινήθηκε ανεπαίσθητα. Περισσότερο το ένιωσα παρά το είδα. Η πείρα μου μου έλεγε ότι κάτι δεν πάει καλά. Το ένστικτό μου, μετά από 20 χρόνια στο επάγγελμα μου έλεγε ότι με είχε πάρει χαμπάρι. Έμεινα ακίνητη και αποφάσισα να μείνω όλη τη νύχτα εκεί. Κάτι μου έλεγε ότι δεν θα είναι άλλη μια συνηθισμένη νύχτα. Ίσως αυτή τη νύχτα θα γινόταν αυτό που μου ανέθεσε η πελάτισσά μου να βρω. Έκατσα πάνω σε μια στοίβα από τούβλα και περίμενα. Πέρασαν πάνω από δύο ώρες και είχα αρχίσει να νυστάζω. Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω, τέντωσα τα χέρια πίσω μου και ευχήθηκα να είχα πάρει μαζί μου καφέ. Έφερα στο μυαλό μου τη γεύση και ένιωσα την μυρωδιά του τόσο έντονα που νόμιζα πως αν γύριζα το κεφάλι θα έβρισκα μια κούπα ζεστό λαχταριστό καφέ. Χαμογελώντας με την ανοησία μου, γύρισα το κεφάλι και είδα ... τον Στέφανο... να μου προσφέρει μια κούπα λέγοντας: «Πιες ... ίσως είναι ο τελευταίος σου».
Δημοσίευση σχολίου