Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

Διαδρομή ...


Μέσα από άυλα φώτα μυστικά
που άλλοι δεν βλέπουν
μέσα από ήχους κυκλικούς
που μόνο εσύ ακούς
πορεύεσαι ακροπατώντας
πάνω σε πετρωμένους δρόμους

Κάθε βήμα σου  δειλό
ανοίγει λίγα μέτρα πορείας ακόμα
κάθε κίνηση και κάθε ανάσα
σου θυμίζει πως ζεις

Σταματάς για λίγο, πολύ λίγο
ίσα για να αναλογιστείς
αν για σένα μετράει τελικά
να ξέρεις που πας
ή σου αρκεί να μαζεύεις
στιγμές διαδρομής.



Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

«Η παρακολούθηση»


Μέχρι τώρα όλα πήγαν καλά. Είχα μάθει πολλά για τον Στέφανο Ερμόγλου μέσα σε δύο βδομάδες παρακολούθησης. Η πελάτισσα που με προσέλαβε ήταν πολύ ευχαριστημένη από την πρόοδο της έρευνας. Είχα καταγράψει όλες τις κινήσεις του, τους ανθρώπους που συνάντησε, τα τηλεφωνήματα που έκανε, ακόμα και το τι έτρωγε ή ποιες εκπομπές  έβλεπε στη τηλεόραση. Για μένα αυτός ο άνθρωπος ήταν πολύ κοινός, προβλέψιμος, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, με σταθερό ωράριο, λίγες εξόδους με φίλους και μια ζωή που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω ανιαρή. Κι όμως η πελάτισσα ήταν σαφής. Έπρεπε να περιμένω μια κίνηση έξω από το πρόγραμμά του. Δεν ήξερε τι. Ίσως μια συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα. Η επίσκεψή μου στο σπίτι του-την ώρα που έλειπε φυσικά- δεν απέφερε κανένα ιδιαίτερο εύρημα. Μπήκα εύκολα και στα αρχεία του υπολογιστή του που δεν είχε καν κωδικό και δεν βρήκα κάτι που να δηλώνει ότι ο άνθρωπος αυτός είχε κάποιο ενδιαφέρον έξω από τα συνηθισμένα.

Σήμερα είχα στηθεί από νωρίς, όπως συνήθως, έξω από το σπίτι του, κρυμμένη πίσω από τα τούβλα ενός μισοτελειωμένου σπιτιού που βρισκόταν απέναντι από το δικό του. Πλησίαζαν μεσάνυχτα και ήξερα ότι σε 5-10 λεπτά το πολύ τα φώτα θα έσβηναν και ο Στέφανος θα πήγαινε για ύπνο. Είχα αρχίσει ήδη να χασμουριέμαι όταν με την άκρη του ματιού είδα κάτι που με παραξένεψε. Η κουρτίνα του υπνοδωματίου που βρισκόταν στον επάνω όροφο της μονοκατοικίας κινήθηκε ανεπαίσθητα. Περισσότερο το ένιωσα παρά το είδα. Η πείρα μου μου έλεγε ότι κάτι δεν πάει καλά. Το ένστικτό μου, μετά από 20 χρόνια στο επάγγελμα μου έλεγε ότι με είχε πάρει χαμπάρι. Έμεινα ακίνητη και αποφάσισα να μείνω όλη τη νύχτα εκεί. Κάτι μου έλεγε ότι δεν θα είναι άλλη μια συνηθισμένη νύχτα. Ίσως αυτή τη νύχτα θα γινόταν αυτό που μου ανέθεσε η πελάτισσά μου να βρω. Έκατσα πάνω σε μια στοίβα από τούβλα και περίμενα. Πέρασαν πάνω από δύο ώρες και είχα αρχίσει να νυστάζω. Σηκώθηκα για να ξεμουδιάσω, τέντωσα τα χέρια πίσω μου και ευχήθηκα να είχα πάρει μαζί μου καφέ. Έφερα στο μυαλό μου τη γεύση και ένιωσα την μυρωδιά του τόσο έντονα που νόμιζα πως αν γύριζα το κεφάλι θα έβρισκα μια κούπα ζεστό λαχταριστό καφέ. Χαμογελώντας με την ανοησία μου, γύρισα το κεφάλι και είδα ... τον Στέφανο... να μου προσφέρει μια κούπα λέγοντας: «Πιες ... ίσως είναι ο τελευταίος σου».

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Ήταν πολύ πρωί, της Αγίας Βαρβάρας ...

Ήταν πολύ πρωί, της Αγίας Βαρβάρας, όταν σηκώθηκαν τα παιδιά πιο νωρίς από το συνηθισμένο, ντύθηκαν και βγήκαν στην αυλή να μαζέψουν τα κλαδάκια που είχε ρίξει ο αέρας το προηγούμενο βράδυ. Μικρή ήταν η αυλή, τρία δέντρα όλα κι όλα, μια παράγκα για τουαλέτα που εξυπηρετούσε μια ντουζίνα άτομα, ένα παλιό τραπέζι για τις στιγμές της χαράς και τον καφέ τα απογεύματα που ο καιρός ήταν καλός, μερικές καρέκλες και λίγα ξύλα σκεπασμένα με μουσαμά για τον χειμώνα. Δεν είχε χαράξει ακόμα και στο χώμα της αυλής δεν φαινόταν τίποτα, αλλά τα μάτια των παιδιών, που βλέπουν πιο καθαρά και στο σκοτάδι και στις καρδιές, διέκριναν αυτό που έψαχναν και σε λίγα λεπτά ήταν μαζεμένα γύρω από την ξυλόσομπα που είχε ανάψει η μάνα αξημέρωτα. Μάνα ακούραστη και πάντα ένα βήμα πιο μπροστά για να προλάβει τις επιθυμίες όλης της οικογένειας. Ήταν έθιμο να ρίχνουν τα παιδιά τα κλαδάκια τους στη φωτιά κάθε πρωί τη μέρα αυτή, να τιτιβίζουν σαν πουλάκια και να λένε ευχές. Υγεία, ευτυχία, χαρά, δουλειά, αγάπη ήταν τα πρώτα που ακούγονταν. Μετά έπαιρναν τη σειρά τους τα πιο προσωπικά και μέσα σε τιτιβίσματα άκουγες και καινούργιο φουστάνι, αυτοκινητάκι, σάκα για το σχολείο και ήταν κι άλλα που δεν λέγονταν δυνατά για να μην τις αρπάξουν. Έβγαιναν οι ευχές από τα στόματα και καίγονταν μαζί με τα κλαδιά και περνούσαν μαζί με τον καπνό μέσα από τα μπουριά για να βγουν έξω και να ανυψωθούν μαζί με τις καρδιές σε μια δέηση προς τον ουρανό.  Κάθε χρόνο, ίδια μέρα, το ίδιο έθιμο. Τα πρόσωπα άλλαζαν λίγο από χρόνο σε χρόνο αλλά και οι ευχές που όσο μεγάλωναν τα παιδιά σοβάρευαν κι αυτές. 

Η Ελπινίκη ευχόταν υγεία πρώτα πρώτα γιατί είχε τραβήξει πολλά μέχρι να φτάσει στα δέκα της και ήξερε πόσο πολύτιμη ήταν. Υγεία και μετά ευχόταν ευτυχία, γιατί της άρεσε η λέξη. Ήταν και το όνομα της φιλενάδας της στο σχολείο.  Μια μέρα σαν κι αυτή, λοιπόν,  η Ελπινίκη ένιωσε ότι η ευχή που είχε κάνει δεν θα γινόταν εύκολα  πραγματικότητα. Της γλίστρησε το ξύλο από το χέρι και έπεσε κάτω αντί να μπει στη σόμπα και να καεί για να πιάσει η ευχή. Δαγκώθηκε και το ξαναέριξε μέσα, αλλά πέρασε τη μέρα με αυτό το άσχημο προαίσθημα. Είχε συμβεί και στους άλλους αλλά δεν είχε δώσει σημασία τότε. Αυτή τη φορά όμως φοβήθηκε. Και λένε ότι καμιά φορά αυτό που φοβόμαστε αυτό παθαίνουμε. Σαν παιδί όμως το ξέχασε γρήγορα και το ξαναθυμήθηκε πολλά χρόνια μετά καθώς αναρωτιόταν αν ο δρόμος ο γραμμένος της ήταν ορατός από πριν κι αν τελικά επιλέγουμε να μην βλέπουμε αυτά που θα μας συμβούν ..................

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Έφυγαν, σκόρπισαν ...



Έφυγαν, σκόρπισαν ...  άνθρωποι, ώρες, διαδρομές
έφυγαν, κρύφτηκαν, χάθηκαν για πάντα στο χθες

Όσα αγαπήσαμε έγιναν σκόνη σ' αστέρια

να θυμίζει πως ό,τι κρατάμε

ψευδαίσθηση είναι ενός κόσμου που αλλάζει  


Απλώνω το χέρι κι αγγίζω αλήθειες
δικές μου, δικές σου

ανοίγω τα μάτια αντικρύζω φωτιά
από όνειρα στάχτη καμμένα χαρτιά

Γελάω πικρά και βάζω τη μάσκα

μου λείπεις ...


















Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Οι Ελπινίκες της ζωής μας ...

Η Ελπινίκη στεκόταν πάντα στη ίδια γωνία των δρόμων περιμένοντας με υπομονή, κάθε Σάββατο μετά την Ανάσταση, τους γείτονες να της φέρουν το Άγιο Φως. Κάτι μαγικό είχε εκείνη η γωνία δύο συνοικιακών δρόμων, χωρίς πολλή κίνηση. Στεκόταν εκεί ακουμπισμένη στον τοίχο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Λίγο παραπέρα μια λάμπα πάσχιζε να τη φωτίσει αλλά το αχνό της φως έφτανε μόνο μέχρι τα πόδια της.  Μαζεμένη μέσα στο παλιό και μάλλον δανεικό πανωφόρι, κοιτούσε με λαχτάρα τον δρόμο και περίμενε. Δεν πήγαινε στην εκκλησία, δεν συμμετείχε στη χαρά της βραδιάς, οι λόγοι δικοί της. Περίμενε πάντα στη σκιά. Μια σκιά παράξενη που ενώ έπεφτε σκληρή πάνω στο δρόμο και στους τοίχους των σπιτιών, θαρρείς πως μαλάκωνε όταν την πλησίαζε. Την άγγιζε απαλά και ζωγράφιζε πάνω της εικόνες από τη ζωή της. Κι εκείνη περίμενε ανυπόμονα, μάλλον, και όταν ακούγονταν τα γέλια και οι φωνές των πεινασμένων που γυρνούσαν στα σπίτια τους λαχταρώντας τη ζεστή μαγειρίτσα, ξεμύτιζε δειλά και με ένα μικρό διστακτικό χαμόγελο έκανε δυο βήματα, πάντα δύο, ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα και πλησίαζε τις παρέες κρατώντας το κερί της χωρίς να μιλάει. Άλλωστε η χειρονομία από μόνη της δεν άφηνε περιθώρια για απορίες. Καμιά φορά τρόμαζε τις πρώτες παρέες, αυτούς που δεν την ήξεραν γιατί ήταν καινούργιοι στη γειτονιά, αυτούς που απορροφημένοι από τη χαρά της αντάμωσης με τους δικούς τους ξεχνούσαν τη γραφική φιγούρα του Μεγάλου Σαββάτου. Γρήγορα όμως όλοι συνέρχονταν από το ξάφνιασμα, καθώς το πρόσωπο και η έκφρασή της έδειχνε ότι κάθε άλλο παρά το κακό τους ήθελε. Έτεινε το κεράκι της και χαμήλωνε το βλέμμα όσο κρατούσε η ιεροτελεστία. Προσπαθούσε να κρύψει τη λαχτάρα που έκανε το πρόσωπό της να λάμπει. Μάλιστα, θα μπορούσαν κάποιοι να ισχυριστούν ότι με το ζόρι κρατούσε ένα δάκρυ απ'το να κυλήσει μπροστά τους. Δάκρυ χαράς ή λύπης; Οι ειδήμονες της γειτονιάς είχαν διαφορετική άποψη.
Κάποιες φορές την πέτυχα κι εγώ ή μάλλον με πέτυχε εκείνη βγαίνοντας από τη γωνιά της την ώρα που γυρνούσα στο σπίτι. Κι είχα την εντύπωση ότι εκείνη τη φορά που της άναψα το κερί ήταν σαν να της έδινα την ίδια τη ζωή.  Είναι παράξενο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Τόση χαρά μαζεμένη, ασφυκτιά να βγει προς τα έξω μετά το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας.  Τόση χαρά δεδομένη, κάνει υπομονή να φανερωθεί μετά τα Πάθη. Είναι παράξενο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Όλοι βιάζονται, όλοι τρέχουν, όλοι γελάνε ή τουλάχιστον έτσι πίστευα όσο ήμουν μικρή. Δεδομένη ήταν και η Ελπινίκη για μας που μέναμε χρόνια στη γειτονιά. Δεδομένο και το Άγιο Φως που περίμενε. Δεδομένο και το χαμήλωμα του κεφαλιού, και το δειλό χαμόγελο, και το αχνό "ευχαριστώ" και που αν δεν της έλεγες "Χριστός Ανέστη" ντρεπόταν θαρρείς να το πει πρώτη. Αν όμως το άκουγε, τότε σήκωνε το κεφάλι και σε κοίταζε στα μάτια και ανταπέδιδε "Αληθώς ο Κύριος". Και το έλεγε με τέτοιο καμάρι, σαν να ήταν μόνο αυτή μάρτυρας της Ανάστασης. Και πάντα πίστευα ότι και για μια άλλη Ανάσταση μιλούσε και ευχόταν.
Ήταν παράξενο αλλά, όλη την υπόλοιπη χρονιά, ήταν σαν να μην κυκλοφορούσε. Σπάνια την βλέπαμε έξω εμείς τα παιδιά. Μια-δυο φορές το χρόνο, τόσο που ξεχνούσαμε την ύπαρξή της μέχρι να την ξανασυναντήσουμε. Το βράδυ της Ανάστασης όμως και αφού είχαμε μεγαλώσει με το απάντημά της, έγινε συνήθειο να περνάμε από τη γωνιά της και να κοιτάμε ποιος θα τη δει πρώτος και ποιος θα της ανάψει το κερί. Ξέραμε ακόμα και πόσα βήματα θα κάνει ώσπου να βγει από τη σκιά και να έρθει κάτω από τη λάμπα για να βλέπει καλύτερα. Έτσι, τη βλέπαμε κι εμείς καλύτερα.
Πρόσωπο σχεδόν τετράγωνο, λίγες ρυτίδες, μάτια γκρίζα που έλαμπαν μόνο με το φως της λαμπάδας μας, μέτρια σε ύψος, λίγο γεμάτη και με άσπρα μαλλιά καλυμμένα από μια μαντήλα ακαθορίστου χρώματος. Κάθε χρόνο τα ρούχα της μας φαίνονταν ίδια, κάθε χρόνο φορούσε το ίδιο τριμμένο πανωφόρι, την ώρα που εμείς κάναμε διαγωνισμό για το πιο γυαλιστερό παπούτσι. Κάθε χρόνο μας έβλεπε να μεγαλώνουμε ενώ αυτή στα μάτια μας έμοιαζε να μην αλλάζει. Ακαθόριστη ήταν και η ηλικία της. Δεν  τολμούσαμε να ρωτήσουμε τους μεγάλους γι αυτήν γιατί με την πρώτη αναφορά του ονόματός της έπεφτε βαριά σιωπή, σαν να ήταν όλοι συνεννοημένοι να μας κρατήσουν σε άγνοια.
Ξέραμε όμως ότι θα ήταν εκεί κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, με τον ίδιο καιρό, με βροχή, με ζέστη, με το ίδιο πανωφόρι. Και κάποια στιγμή τρέχαμε να δούμε ποιος θα προλάβει να της ανάψει το κερί. Όταν μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τους μεγάλους βέβαια, γιατί υπήρχαν και φορές που μετά την Ανάσταση καθόμασταν στην εκκλησία ή άλλοτε πιάναμε την κουβέντα με φίλους και γνωστούς που είχαμε καιρό να δούμε. Τότε, εκείνες τις φορές, τη χάναμε την Ελπινίκη. Κάποιος άλλος προλάβαινε και της άναβε το κερί κι ύστερα αυτή έφευγε βάζοντας το χέρι γύρω από τη φλόγα, σαν να αγκάλιαζε παιδί. Γιατί ήταν το παιδί της εκείνη η φλόγα. Φαινόταν από τη λαχτάρα της όταν έβλεπε το κερί της αναμμένο, καμάρωνε και χαιρόταν και γυρνούσε στο σπίτι της με το κεφάλι ψηλά.
Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν έχει στο σπίτι της μαγειρίτσα, αν έχει κάποιον άνθρωπο να τσουγκρίσει το αυγό, αν έχει κάποιον να φιλέψει, να περιποιηθεί, γιατί τις μέρες της γιορτής δεν τις καταλαβαίνεις αν δεν τρέξεις για ψώνια, αν δεν κάνεις τραπέζι, αν δεν καθαρίσεις το σπίτι καλά, αν δεν στολίσεις και δεν στολιστείς. Έτσι πίστευα τότε. Οι απαντήσεις ίδιες όποιον κι αν ρώτησα. Κάποιες γειτόνισσες τη φροντίζουν, να μην ανησυχώ, κάποιες τη βοηθάνε στις δουλειές, κάποιες της πάνε ένα πιάτο μαγειρίτσα και ένα αυγό τις μέρες της Λαμπρής. Κι έτσι ησύχαζε η καρδούλα μου, που δεν ήθελε και πολλά για να ησυχάσει. Μια γλυκιά φωνή, ένα χάδι στο κεφάλι και ένα καθησυχαστικό νεύμα ήταν αρκετά για να ξεχάσω τις έγνοιες μου.
Σπάνια μιλούσαμε γι' αυτήν τις άλλες μέρες του χρόνου. Ήταν και το σπιτάκι που έμενε σε τέτοιο σημείο που αν δεν κοιτούσες προσεκτικά δεν φαινόταν, πίσω από μια σειρά δέντρων, μέσα σε μια παλιά και παρατημένη αυλή. Ο μόνος λόγος που κοιτούσαμε προς τα κει ήταν γιατί θεωρούσαμε το μέρος καλή κρυψώνα για το κρυφτό. Μερικά δέντρα, ξερόκλαδα πεταμένα, αγριόχορτα πάνω από το μπόι μας. Όταν μας έβγαζε ο δρόμος προς τα κει, ζηλεύαμε τη αφροντισιά της αυλής. Μετά, την ξεχνούσαμε πάλι, καθώς ο τόπος ήταν απαγορευμένος για μας.
Μια φορά μόνο ασχολήθηκαν οι μεγάλοι μαζί της. Όταν αρρώστησε και έκανε μέρες να βγει από το σπίτι, μια γειτόνισσα πήγε και τη βρήκε στο κρεβάτι, νηστική και βρώμικη. Τότε συνήλθε η γειτονιά από την υπεροψία της και ενώθηκε σ' έναν αγώνα ενάντια στη μοναξιά της. Τότε την είδαν σαν μια ύπαρξη που είχε ανάγκη από βοήθεια και όχι σαν κάποια που ζούσε το παρόν σαν τιμωρία για το παρελθόν της. Τότε ξανοίχτηκαν και μίλησαν για τη ζωή της. Σκόρπιες κουβέντες βέβαια και ο καθένας έβαζε στην ιστορία της και ένα κομμάτι του εαυτού του. Πολλές φορές μπερδεύτηκα από τις τόσες εκδοχές. Κι όσο πιο διαφορετικές ήταν οι ιστορίες, τόσο πιο πολλά ήθελα να μαθαίνω. Όλοι πάντως συμφωνούσαν σε ένα σημείο. Ότι δεν είχε παντρευτεί ποτέ και ότι είχε ένα παιδί που κανείς δεν ήξερε τι απέγινε. 
... "Η γνωστή παλιά ιστορία, που αρχίζει με έναν νεανικό έρωτα και καταλήγει σε μια τέλεια απομόνωση ή με ένα τσουβάλι όνειρα και καταλήγει σε ένα άδειο σπίτι. Συνέβαινε και συμβαίνει με πολλές παραλλαγές. Οι Ελπινίκες του κόσμου αυτού είναι δίπλα μας, με άλλο όνομα, με άλλη ιστορία. Είναι όμως άξιες της τύχης τους; Είναι στ' αλήθεια στο χέρι μας να ορίσουμε όσα μας συμβαίνουν; Ιστορίες σαν αυτή λένε πως όχι. Άλλες πάλι αποδεικνύουν το αντίθετο. Τι είναι γραμμένο και κατά πόσο μπορούμε να επέμβουμε στην πορεία της ζωής μας εξαρτάται κατά ένα μεγάλο ποσοστό από αυτό που ο καθένας μας έχει μέσα του σαν κινητήρια δύναμη. Ίσως πρέπει το θέλω να σημαίνει και μπορώ. Αν μπορούσαμε να δούμε τον εαυτό μας μετά από χρόνια θα ήμασταν σε θέση να κρίνουμε τις αποφάσεις μας με άλλο μάτι, πιο αντικειμενικό και ίσως πιο ψυχρό. Όμως τι θα χάναμε τότε; Τη γοητεία του άγνωστου, το δικαίωμα στο όνειρο που μας περιμένει σε κάθε στροφή της πορείας μας, σε κάθε γωνιά τη Ελπινίκης; έχει κι αυτό τη γοητεία του. Ό,τι και νά' ναι πάντως είναι δικό μας κι αν δεν μπορούμε να ορίσουμε το μέλλον μας, τουλάχιστον μπορούμε να ορίσουμε τις επιλογές μας.

Δεν ξέρω τι απέγινε η Ελπινίκη, ο καθένας μπορεί να δώσει στην ιστορία το τέλος που θέλει. Ούτε ξέρω γιατί θυμήθηκα μια ιστορία που αφορά το Πάσχα, ενώ πλησιάζουν Χριστούγεννα!" ...




Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Το άλμα του Felix ... ή της ζωής μας



Αφιερωμένη στα άλματα της ζωής μας θα έπρεπε να είναι η βουτιά του Felix στο κενό ... η πορεία προς τη δόξα ή το θάνατο ... τουλάχιστον αυτός τόλμησε ...

Αφιερωμένη και η ανάρτηση αυτή σε όσους  ... Αλήθεια πόσοι από μας  ... άντεξαν στην ιδέα ότι μπορεί να χάσουν τα πάντα και κυνήγησαν το όνειρο ... δεν δείλιασαν την τελευταία στιγμή ... ονόμασαν ρίσκο την τρέλα και βρήκαν το κουράγιο να χαράξουν την πορεία τους; 

Αφιερωμένη η ανάρτηση σε όσους πήραν τη βαθιά ανάσα και βούτηξαν ...







Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

ετεροχρονσμός -->βλ. ζωή ...



ετεροχρονισμός -->βλ. ζωή ... 

για τις στιγμές που ήρθαν πολύ νωρίς για να τις νιώσουμε

για τις στιγμές που ήρθαν πολύ αργά για να τις ζήσουμε ...





Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

Κοίμηση ...



Βυζαντινό Μουσείο, Η Κοίμηση και Μετάσταση της Θεοτόκου, Α μισό του 18ου αι, Κων. Κονταρίνης






ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν




Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Σκύψε να δεις ...


Σκύψε να δεις μέσα στο νερό
σαν διαμάντια λάμπουν
κι όμως δεν είναι παρά πέτρες της θάλασσας


ψάξε να δεις μέσα στο πλήθος
σαν διαμάντια λάμπουν
κι όμως δεν είναι παρά άνθρωποι πλάι σου



σήκωσε το κεφάλι ψηλά
σαν χρυσάφι λάμπει
είναι ο ήλιος πάντα εκεί να σου δίνει ζωή



γύρνα το κεφάλι μπροστά 
σαν χρυσάφι λάμπει
είναι ο φίλος πάντα εκεί να σου δίνει πνοή



Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

κάποιοι άνθρωποι ...





Κάποιοι άνθρωποι μοιάζουν με φωτιές  ... ζεσταίνουν ... καίνε ...




Άλλοι πάλι μοιάζουν με φώτα ... φωτίζουν ... ζαλίζουν ...


Μα εγώ αγαπώ αυτούς που μοιάζουν με καράβια ... 
που έρχονται ... κι ας φεύγουν ...

















Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Σου μιλάω ...


Σου μιλάω για τις φορές που πνίγηκες μέσα σε αδιάφορες λέξεις
που άλλοι ξεστόμιζαν 

τις φορές που βούλιαξες μέσα σε ήχους γραμμάτων
γελοία αταίριαστους 

τις φορές που τρέμοντας έχτιζες αόρατο τείχος  
με ματωμένες παλάμες κλείνοντας τ'αυτιά σου

τις φορές που κάρφωσες ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη 
παρακαλώντας να τρέξει ο χρόνος πιο γρήγορα

τις φορές που θρήνησες δικές σου ατόφιες σκέψεις
προσπαθώντας ν'ακούσεις τα κενά των ανθρώπων

τις φορές που ένιωσες για άλλη μια φορά πως δεν ανήκεις εδώ

...

μ' ακούς;


Κυριακή 27 Μαΐου 2012

άλλοθι ...


κρύψου ... για άλλη μια φορά

τρέξε ... ανάσανε ...

βιάσου

με προφάσεις να καλύψεις τα χνάρια σου

με λέξεις να ντύσεις τις πράξεις σου
 

κρύψου ... για άλλη μια φορά 

πίσω από δικαιολογίες  στιγμής


ζήσε για λόγους ανούσιους
αγάπα με όρους κενούς

μόνο πριν φύγεις
αναρωτήσου
...
 ποιο είναι τελικά το "άλλοθι" της δικής σου ζωής; 






Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

εμπιστοσύνη ...

Υπάρχουν άραγε σχέσεις εμπιστοσύνης;  ... ιδανικές ... απ' αυτές που εμπνέουν ποιήματα, τραγούδια, σενάρια ... όπου αφηνόμαστε στα χέρια του άλλου με τη σιγουριά ότι δεν θα προδοθούμε;; ...μήπως αυτές οι σχέσεις ... ερωτικές, φιλικές, συγγενικές, συναδελφικές ... μήπως είναι ένα όνειρο που κρατάει λίγο ή πολύ ... ως το πρώτο "χαστούκι" ή όσον καιρό εθελοτυφλούμε; ... μήπως υπάρχουν μόνο στο μυαλό των νοσηρά ρομαντικών;; ...
Ίσως πάλι και να τις εξαγνίζουμε ηθελημένα εμείς οι ίδιοι προσπαθώντας να πείσουμε και να πειστούμε ότι δεν έχουμε αλλοτριωθεί από την πεζή πραγματικότητα ... είναι εύκολο να βάζεις ταμπέλες ... η σωστή αντιστοιχία είναι δύσκολη ... και χρονοβόρα ...
Πόσες φορές νιώσαμε "βλάκες" όταν καταλάβαμε ότι εκτιμήσαμε λάθος την προσφορά και τη ζήτηση του εαυτού μας;; ...
Και ποιοι είναι οι "έξυπνοι";; ... αυτοί που ζούνε κάθε σχέση έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους την πιθανότητα ότι μπορεί τα πράγματα να μην είναι έτσι όπως δείχνουν;; ... είναι ζωή αυτή;; ...

Μήπως τελικά "εμπιστεύομαι" πρέπει να σημαίνει "δίνω" χωρίς προσδοκίες;; ... δίνω ... γιατί έχω να δώσω ... δίνω γιατί θέλω να δώσω ... δίνω γιατί μου περισσεύει αγάπη;; ...

Κι αν τελικά κάποιες σχέσεις δεν προχωρούν αξίζει να τις αποχαιρετήσουμε με λόγια απλά ...


Εγώ τον χρόνο μας τον κράτησα 

εσύ τον πέταξες ...




Στη φίλη μου Έλσα ανήκουν οι τελευταίες σειρές
που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να γραφτούν