Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

απόδραση ...

Κοίταξε το αχνό, γεμάτο υποσχέσεις, φως μπροστά της και αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο. Ίσως να έπρεπε να κάνει την προσπάθεια αργότερα, όταν θα ήταν έτοιμη, της είπε η γνωστή εσωτερική φωνή. Η απάντηση, όμως, ήρθε αμέσως, αβίαστα και την έκανε να κουνήσει το κεφάλι, όσο αρκούσε βέβαια για να νιώθει περήφανη για την απόφασή της αλλά και για να ελπίζει πως κανείς δεν θα την γύριζε πίσω. Άξιζε! Ακόμα κι αν δεν κατόρθωνε να ξεφύγει αμέσως, άξιζε. Είχε την ευκαιρία της, τώρα! Αλήθεια, πότε άρχισε να βλέπει καθαρά; Δύσκολη απάντηση. Δεν ήταν μόνο μια στιγμή, ήταν μια σειρά μικρών εκρήξεων, που σαν αστραπές φώτισαν το μυαλό της, άνοιξαν τα μάτια της και την έσπρωξαν μακρυά από τον "παράδεισο" που νόμιζε πως βρισκόταν. Θυμήθηκε ξανά τις ευτυχισμένες σκηνές που φάνταζαν αθώες σε όποιον δεν ήξερε. Πώς μπόρεσαν να την ξεγελάσουν;  Για λίγο είχε πιστέψει πως περνούσε καλά, μόνο για λίγο είχε πιστέψει πως οι επιθυμίες και τα οράματά της μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Αναπόλησε τις στιγμές που άφησε τον εαυτό της να πειστεί πως ήταν ευτυχισμένη. Μίσησε την κούραση, ναι, την κούραση που εξ αιτίας της είχε βουλιάξει σ' έναν κόσμο τόσο πρόθυμο να την υπηρετήσει και τόσο ψεύτικα υποτακτικό. Κι όμως αυτή η ίδια κούραση είχε γαντζωθεί πάνω της και έκανε τα πάντα για να τη γυρίσει πίσω. Χρειαζόταν κι άλλη προσπάθεια κι εκείνη δεν ήξερε αν είχε δυνάμεις. Ίσως ο χρόνος που πέρασε αφημένη σε πλάνες αγκαλιές να μην ήταν αρκετός για να καταλάβει την ματαιότητά τους και το εφήμερο της απόλαυσής τους. Χρειαζόταν κάτι πιο δυνατό για να μη λυγίσει, έναν σκοπό, έναν λόγο ... για να τινάξει από πάνω της το αβάσταχτα γλυκό βάρος ... του σεντονιού ...  αυτό το ανέλπιστα δροσερό πρωί του ράθυμου καλοκαιριού ... 
Δημοσίευση σχολίου